Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013

ΜΕ ΤΟΥΣ E Λ ΠΡΟΣ > ΤΗΝ ΑΝΓΚΧΑΡΤΑ (2)



Έφυγε ελάχιστη ώρα μετά, με το άλογο, καλπάζοντας προς τον Νότο. Όλο το απόγευμα και το βράδυ, γυρνούσε μέσα στο δάσος χωρίς να μπορεί να τη βρει πουθενά. Το βουνό ήταν αφύσικα ήσυχο, σαν να είχε ερημώσει ξαφνικά, και δεν βρήκε κανένα ίχνος, ούτε δικό της ούτε των Ολξ-ι-οξ. Το επόμενο ξημέρωμα εντόπισε το ρημαγμένο σπίτι της μητέρας της, αλλά και πάλι δεν βρήκε κάτι που θα τον έπειθε ότι
εκείνη είχε περάσει από ‘κει. Και συνέχισε να ψάχνει χωρίς να γυρνά πίσω στην πόλη, και κάποια στιγμή εγκατέλειψε το άλογο, επειδή το έδαφος δεν εξυπηρετούσε σε τέτοιου είδους αναζήτηση. 
 Οι μέρες και οι νύχτες διαδέχονταν η μία την άλλη και την τρίτη ημέρα, κατάφερε να ανακαλύψει το χωριό των Γιάουρ, προφυλαγμένο στην κορυφή μίας δασωμένης λόχμης που κοίταζε προς το Μονοπάτι. 
Όμως ο καταυλισμός ήταν άδειος και κανείς δεν εμφανίστηκε, αν και η εμμονή των Ολξ-ι-οξ να μην αφήνουν κανένα ξένο ακόμα και φίλο, να πλησιάσει τις εγκαταστάσεις τους, ήταν παροιμιώδης. Έμεινε στο χωριό τους για ένα βράδυ και το επόμενο πρωί, διέσχισε πάλι το βουνό περνώντας από την άλλη πλευρά και έψαξε να βρει το άλογό του. Ο πατέρας του ήταν εκεί και τον περίμενε, επειδή είχε ανησυχήσει με την αργοπορία του και είχε πάει να τον βρει. 
«Λοιπόν;» ρώτησε ο Στρατηγός του 780. 
«Δεν υπάρχει ίχνος της πουθενά», απάντησε ο Ιεροεξεταστής, «και οι Ολξ λείπουν κι εκείνοι. Αν έχουν φύγει, τότε θα είναι μαζί της…Εσείς είχατε κανένα νέο;» Δεν ήξερε όμως και εκείνος τίποτα, και το μόνο που του είπε ήταν ότι η Μίριελ κόντευε να τρελαθεί από την ανησυχία. Πήραν τον δρόμο της επιστροφής μαζί, και νόμισε ότι όλοι όσοι συνάντησαν στο δρόμο, τον κοίταζαν σαν να ήξεραν τι είχε συμβεί.
»Δεν θα μπορέσω να ζήσω χωρίς εκείνη…» είπε ο Στρατηγός, όταν ο πατέρας του τον ρώτησε τι θα έκανε. «Θα ψάξω να τη βρω και θα γυρίσω πίσω μόνον όταν θα το καταφέρω… Έφυγε από δικό μου φταίξιμο και αυτό δεν μπορώ να το συγχωρήσω στον εαυτό μου...Θα μαζέψω τις αναγκαίες προμήθειες και θα φύγω μόλις θα είμαι έτοιμος…» 
«Που θα πας;» τον ρώτησε η Μίριελ. 

«Με τον Γκόν-γκι μιλούσαν συχνά για ένα ταξίδι που θα γινόταν προς τα Ανατολικά, μετά τον πόλεμο…» της απάντησε. «Έλπιζα να μου προτείνουν να τους συνοδεύσω κι εγώ, αλλά μπορώ να πάω και μόνος μου…Θα ακολουθήσω τον Λέφνουι πηγαίνοντας προς τα Βόρεια και ελπίζω κάπου να τους πετύχω και να τη φέρω πίσω…».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...